Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Κεντρική Μικρά Ασία



Ἡ ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Θεοδώρων στήν ὑπόσκαπτη Μαλακοπή τῆς Καππαδοκίας (1924).



Ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγία Βλασίου τοῦ ὑπόσκαπτου χωριοῦ Μισθί τῆς Καππαδοκίας κτισμένη ὑπέργεια στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰώνα, ὅταν δημιουργήθηκαν συνθῆκες ἀσφαλείας (2003)





Ρωμαίικα ἀρχοντικά τῆς Σινασοῦ, τά ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται
σήμερα  ὡς ξενῶνες
(2003).


Μοναστικό συγκρότημα στήν κοιλάδα τῶν ρόδων στήν κεντρική Καππαδοκία (2003). Τυπική εἰκόνα τῶν κώνων πού σχηματίζονται στήν ἠφαιστειογενή χώρα τῆς Καππαδοκίας ἀπό τή διάβρωση τῶν ἐδαφῶν. Τό εὔκολα κατεργαζόμενο ἠφαιστειογενές ἔδαφος καί ἡ ἀνασφάλεια τοῦ περιβάλλοντος ὁδήγησαν τούς κατοίκους στή δημιουργία τρωγλοδυτικῶν κατοικιῶν καί ὁλόκληρων ὑπόγειων μοναστηριακῶν συγκροτημάτων, ἀλλά καί ὁλόκληρων ὑπόγειων πόλεων σέ πολλά ἐπίπεδα. 


Ἡ ἐκκλησία τοῦ ρωμαίικου χωριοῦ Ὀμορφοχώρι (Τζαλέλα) στή Νότιο Καππαδοκία. Τό χωριό παραμένει ἄθικτο ἀπό τήν Ἔξοδο (2003).



Ἀρχοντικό Ἑλλήνων Καραμανλήδων στή Σινασό τῆς Καππαδοκίας. Οἱ ἔμποροι καί βιομήχανοι τῆς Σινασοῦ σταδιοδρομοῦσαν στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καί δημιουργοῦσαν μεγάλες περιουσίες. Τό εἰκονιζόμενο κτίσμα εἶναι χαρακτηριστικό τῆς παραδοσιακῆς ἀρχιτεκτονικῆς τῆς Καππαδοκίας μέ χρήση τοπικῆς πέτρας καί ἄφθονες ἀνάγλυφες διακοσμήσεις. Φωτογραφία σύγχρονη (ΠΑΚΕΘΡΑ).



Τό Οὔτσχισάρ, παλαιός τρωγλοδυτικός οἰκισμός τῆς κεντρικῆς Καππαδοκίας (2003).



Ρωμηοί σέ κάποιο χωριό τῆς Γαλατίας παρά τόν Σαγγάριο ποταμό (Αὔγουστος 1921). Πολλοί ἀπό τούς Ρωμηούς τοῦ ἐσωτερικοῦ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας εἶχαν τουρκοφωνήσει. Στήν ἐρη­μική στεππώδη χώρα περί τόν Σαγγάριο ποτα­μό συναντῶνται ποικίλες φυλές καί λαοί, μεταξύ τῶν ὁποίων σέ ἀπομονωμένες νησίδες ἐπιβιώναν μικροί ἀριθμοί Ρωμηῶν. 


  
Συναδέλφωση στρατιωτῶν καί Ρωμηῶν στό Σιβρί Χισάρ στά σύνορα Φρυγίας - Γαλατίας κατά τήν παράτολμη ἐκστρατεία ἐκεῖθεν τοῦ Σαγγαρίου 
 (Αὔγουστος 1921).


Στην τεράστια περιοχή, που σχηματίζεται στα υψίπεδα του εσωτερικού της Μικράς Ασίας, υπήρχαν συγκεντρώσεις ελληνικών πληθυσμών κυρίως στην περιοχή του Ικονίου της Λυκαονίας και της Σπάρτης της Πισιδίας. Οι εκεί ελληνικοί πληθυσμοί ήταν κατά το πλείστον τουρκόφωνοι, όπως και στην προς ανατολάς της Γαλατίας εκτεταμένη και ιδιότυπη περιοχή της Καππαδοκίας. Οι με αρχαίες ρίζες χριστιανοί κάτοικοι της Καππαδοκίας κατοικούσαν κυρίως ανατολικά της Καισάρειας, περί τη Νίγδη και νοτιοδυτικά της Νεάπολης στην κεντρική περιοχή, που περικλείουν τα μεγάλα ηφαίστεια και όπου οι τρωγλοδυτικοί οικισμοί.
Οι τουρκόφωνοι Καραμανλήδες της Καππαδοκίας μετανάστευαν κατά τον 19ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη, όπου κυριαρχούσαν σε ορισμένα εσνάφια δημιουργώντας μεγάλες περιουσίες. Οι τουρκόφωνοι Καραμανλήδες της Κεντρικής και Ανατολικής Μικράς Ασίας (Καραμανία, Κιλικία) είχαν αναπτύξει ιδιαίτερη πνευματική δραστηριότητα με εκατοντάδες εκδόσεις στην τουρκική, τυπωμένες όμως με ελληνικό αλφάβητο.

Πόντος




Φωτογραφίες τοῦ 1895 καί τοῦ 2003 τοῦ καθολικοῦ τῆς Μονῆς τοῦ Ἰωάννη τοῦ Προ­­δρόμου στήν Ἴμερα τῆς Χαλδίας τῶν Ποντικῶν Ἄλπεων. Ἡ ἐκκλησία διατηρεῖται σέ πολύ καλή κατάσταση, κυρίως λόγω τῆς φρον­τίδας τῶν πέριξ κατοικούντων μουσουλμάνων, ὅπως συμβαίνει καί σέ ἄλλες περιοχές τοῦ Πόντου.




Ἡ Ἁγία Σοφία τῆς Τραπεζούντας φωτογραφημένη τό 1905.
 

Ἡ αὐτοκρατορική ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας κτισμένη στήν Τραπεζούντα ἀπό τούς Μεγάλους Κομνηνούς τό 1235, σήμερα μουσεῖο (2003).




 Ἡ περιτειχισμένη Σινώπη στά ὅρια Παφλαγονίας καί Πόντου, ἀρχαία ἀποικία τῆς Μιλήτου μέ 5.000 Ρωμηούς περί τό 1910.
 

Τά Κοτύωρα τοῦ Πόντου περί τό 1910. Πόλη ἱδρυμένη στήν ἀρχαιότητα ἀπό τή γειτονική Σινώπη. Κέντρο ἐξαγωγῆς γεωργικῶν προϊόντων. Ἀπό τούς 6.000 Ἕλληνες πού κατοικῦσαν ἐκεῖ στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα πολλοί ἀκολούθησαν τούς Ρώσους  ὅταν αὐτοί ἀποχώρησαν ἀπό τόν Πόντο τό 1917.
 




 Ὄψη ἀπό τή θάλασσα τῆς Κερασούντας τοῦ Πόντου περί τό 1900. 


Ὄψη τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τῆς Τραπε­ζούντας, ἀρχαίας πρωτεύουσας τοῦ Πόντου μέ τίς ἑλλη­νι­κές συνοικίες πού βρίσκονταν ἔξω ἀπό τά τείχη τῶν Μεγάλων Κομνηνῶν (1915). Ἡ Τραπεζοῦντα ἐμπορική πόλη καί σημαντικό λιμάνι τοῦ Εὐξείνου εἶχε στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰώνα 15.000 Ρωμηούς. Ἀπό τό πλῆθος τῶν χριστιανικῶν μνημείων καί τῶν ἐκκλησιῶν δια­τη­ροῦνταν πολλές δεκάδες, γιά νά περιο­ρισθοῦν σήμερα σέ ἀριθμό πού μετριέται μέ τά δάκτυλα. Ὡστόσο, κατάσπαρτος εἶναι ἀκόμη ὁλόκληρος ὁ ἀχανής Πόντος μέ χριστιανικά μνημεῖα, ἐκκλησίες, μοναστήρια καί κάστρα κυρίως οἱ ἀπομακρυσμένος ὀρεινές περιοχές.



Στην εκτεταμένη περιοχή του Πόντου συγκεντρωνόταν, σε εκατοντάδες χωριά, ελληνικοί πληθυσμοί απομονωμένοι από το εσωτερικό με την οροσειρά των Ποντικών Άλπεων. Οι πληθυσμοί αυτοί αποτελούσαν συνέχεια των βυζαντινών και των αρχαίων ελληνικών πληθυσμών και διατηρούσαν τις αρχαϊκές διαλέκτους μιας αυθεντικής ελληνικής γλώσσας. Η απομόνωση του Πόντου δημιούργησε ένα περιβάλλον όπου οι ελληνικές πολιτισμικές παραδόσεις εξελίχθηκαν ανεξάρτητα από τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο με ιδιόμορφους τρόπους. 

Το κύριο σώμα του χριστιανικού πληθυσμού βρισκόταν στην περιφέρεια της Σαμψούντας και στις παραθαλάσσιες πόλεις μέχρι την Τραπεζούντα. Στο εσωτερικό υπήρχαν συγκεντρώσεις σε περιοχές όπως η Αργυρούπολη και η Κρώμνη. Οι κρυπτοχριαστιανοί ελληνόφωνοι του Ανατολικού Πόντου, οι οποίοι ακόμη παραμένουν στη σημερινή Τουρκία, είχαν με μεγάλες δυσκολίες εκδηλώσει την ταυτότητά τους, χωρίς όμως να ενσωματωθούν στους ελληνικούς πληθυσμούς.
Σημαντικός αριθμός Ποντίων άρχισε, μετά την κυριαρχία των Ρώσων στον Καύκασο, να μεταναστεύει προς τις ρωσικές ακτές του Ευξείνου, την Κριμαία και τη νότιο Ουκρανία. Αριθμός ποντιακών χωριών υπήρχε στα ρωσικά κυβερνεία του Καρς και του Άστραψαν. Πολλοί φυγάδες εγκαταστάθηκαν στον Καύκασο νότια της Τιφλίδας και στον Εύξεινο γύρω από το Σοχούμ.
Διάσπαρτες κοινότητες υπήρχαν σε όλη την ανατολική περιοχή της Μικράς Ασίας (Αρμενία και Κουρδιστάν), όπου και οι Μητροπόλεις της Νεοκαισάρειας και της Κολώνιας. 
Στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας στην Αμάσεια, αρχαία πρωτεύουσα του Πόντου, κατοικούσαν αρκετές χιλιάδες Έλληνες, όπως και στις παρυφές του Πόντου ευρισκόμενες περιφέρειες της Κασταμονής, της Σεβάστειας και της Παφλαγονίας.

Δυτική και βορειοδυτική Μικρά Ασία

Ἡ Τρίγλεια τῆς Βιθυνίας μέ τό καθολικό τῆς βυζαντινῆς μονῆς Χηνολάκου
(Ἁγίου Στεφάνου), σήμερα τέμενος (1998). Ἡ Τρίγλεια ἀποτελοῦσε οἰκισμό
μέ ἀμιγῶς ἑλληνικό πληθυσμό στό μέσο μιᾶς περιοχῆς κατάσπαρτης,
ἀπό βυζαντινά ὑπολείματα καί μοναστήρια.
Σήμερα ὁ οἰκισμός τῆς Τρίγλειας σώζεται σχεδόν ἄθικτος.


Ἡ ἑλληνική συνοικία τῆς ἀρχαίας πόλης τῆς Νικομήδειας (Ἰζμίτ) στή Βιθυνία περί τό 1900. Ἡ Νικομήδεια βρίσκεται στό μυχό τοῦ Ἀστακηνοῦ Κόλπου τῆς Προποντίδας.



Ὄψη τοῦ Ἀφιόν Καραχισάρ (Ἀκρόινος) τῆς Φρυγίας, ὅπου κατοικοῦσαν λίγοι Ρωμηοί (1921). Χαρακτηριστικός εἶναι ὁ μαῦρος βράχος πού δεσπόζει στην πόλη.



Τά βυζαντινά τείχη τῆς ἀρχαίας καί ἔνδοξης πολιτείας τῆς Νίκαιας τῆς Βιθυνίας (1920). Ἡ Νίκαια ἦταν τό κέντρο τῆς βυζαντινῆς ἀναγέν­νησης μετά τήν ὑποταγή τῆς Αὐτοκρατορίας στούς Λατίνους τό 1204 καί ἡ ἕδρα τῆς σέ ἐξορία εὑρισκόμενης Βυζαντινῆς Αὐτοκρα­τορίας καί τῆς δυναστείας τῶν Λασκαριδῶν.



Ἡ ἑλληνική συνοικία τῆς Κιουτάχειας (Κοτύαιον) τῆς Φρυγίας, ἀρχαίας πόλης σέ εὔφορη πεδιάδα, συγκοινωνιακό κόμβο καί κέντρο ἐγκατάστασης ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ (1920).



Νεοκλασικό ρόπτρο σέ κατοικία τῶν Κυδωνιῶν (Ἀϊβαλί) τό  2004. Μικρό δεῖγμα τῆς αἴγλης καί τῆς ἐπιρροῆς τοῦ νεοκλασικισμοῦ, στοιχείου πού γοήτευε τούς ἀλύτρωτους Ρωμηούς.



Ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στίς Κυδωνίες (Ἀϊβαλί) τῆς Αἰολίδος (2004). Οἱ Κυδωνίες ἦταν ἡ μοναδική ἀμιγῶς ἑλληνική πόλη στήν Μικρά Ἀσία. Ἡ ἀνάπτυξή της ἔλαβε χώρα κατά τόν 18ο αἰῶνα, ἐποχή ἀναγέννησης τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ. Τότε ἡ πόλη ἐξασφάλισε προνόμια αὐτονομίας. Διέθετε βιβλιοθήκη, ὀρφανοτροφεῖο, νοσοκομεῖο, τυπογραφεῖα καί σχολεῖα, μεταξύ τῶν ὁποίων τήν ξακουστή "Ἀκαδημία τῶν Κυδωνιῶν". Τό 1821 οἱ 30.000 κάτοικοί της τήν ἐγκατέλειψαν. Τό 1915 οἱ 35.000 κάτοικοί της ἐκτοπίστηκαν.








Ἀστική ἔπαυλη στό Κορδελιό τῆς Σμύρνης περί τό 1900.


Ἄποψη τῆς Σμύρνης μέ τήν Ἁγία Φωτεινή ἀριστερά (περί τό 1900).




 
Δύο ὄψεις τῆς παραλίας τῆς Σμύρνης περί τό 1900. Ἡ παραλία εἶχε πολλές μορφές: ἦταν ἡ παραλία τοῦ μεγάλου λιμανιοῦ τῆς Σμύρ­νης, ὅπου κατέληγαν τά ἐμπορεύματα πού ἐξήγοντο ἀπό τή Μικρά Ἀσία καί ὅπου κατέφ­θαναν τά βιομηχανικά προϊόντα τῆς Δύσης, ἦταν ἐπίσης ἕνας ζωντανός δημόσιος χῶρος, ὅπου οἱ κάτοικοι τῆς Σμύρνης πραγματο­ποιοῦσαν μεγάλο μέρος ἀπό τίς κοινωνικές τους δραστηριότητες. Ὥς δημόσιος χῶρος ἡ παραλία ἦταν μία ἐκφραση τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλης καί δικαιολογοῦσε τόν χαρακτηρισμό της ἀπό τούς μουσουλμάνους ὡς "ἄπιστης Σμύρνης".
Ἡ Σμύρνη, ἀρχαιότατη πόλη στήν δυτική ἀκτή τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, εἶχε πάντα αἰγαιϊκό χαρακτήρα. Κατά τήν ἑλληνιστική ἐποχή ἦταν μία μεγαλούπολη.
Κατά τήν ἀναγεννητική προσπάθεια γιά ἀνόρθωση τῆς Μικρᾶς Ἀσίας οἱ Λασκαρίδες τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Νίκαιας ἐπεφύλαξαν κατά τόν 13ο αἰῶνα ἰδιαίτερη φροντίδα στήν περιφέρεια τῆς Σμύρνης. Ὁ Ταμερλᾶνος τήν κατέστρεψε σφάζοντας ὅλους τούς κατοίκους. Τήν ἴδια μοίρα εἶχαν οἱ χριστιανοί κάτοικοί της μετά τίς ἐπανάστασεις τοῦ 1770 καί του 1821.
Στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα εἶχε ἐξελιχθεῖ σέ κέντρο ἐμπορίου καί σέ ἐμπορική, οἰκονομική καί πνευματική πύλη τῆς Ἀνατολῆς. Ἦταν βασικός κόμβος γιά τή σχέση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας μέ τή Δύση. Πιο παλιά, τά καραβάνια ἀπό τή Βαγδάτη καί τό Ἰράν κατέληγαν στή Σμύρνη. Ἡ οἰκονομική διείσδυση τῶν Δυτικῶν ἀπέφερε μεγάλο πλοῦτο. Ἡ πόλη ἀπέκτησε δύο σιδηροδρομικές γραμμές πρός τή Μικρά Ἀσία. Οἱ ἀστοί χριστιανοί (Ρωμηοί καί Λεβαντίνοι) κατοι­κοῦσαν στήν Κάτω Πόλη, ἕνα κόσμο διαφο­ρετικό ἀπό αὐτόν τῆς μουσουλμανικῆς Ἄνω Πόλης. Μέ τήν ὑπογραφή τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν (26.7.1920) ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐπεδίωξε τή δημιουργία μιᾶς ἀσιατικῆς Ἑλλάδας μέ κέντρο τή Σμύρνη, γύρω ἀπό τήν ὁποία θά συσπειρώνονταν οἱ ρωμαίικοι πληθυσμοί τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ βενιζελική γεωπολιτική ἀπέβλεπε στή γεφύρωση τοῦ Αἰγαίου καί τή δημιουργία ἑνός ἑνιαίου χώρου, ὁ ὁποῖος μελλον­τικά θά ἐνσωμάτωνε τή Θράκη καί τήν Προποντίδα.


Οι ακτές της Μικράς Ασίας στο Αιγαίο και η περιφέρεια της Προύσας στη Βιθυνία περιελάμβαναν το μεγαλύτερο αριθμό Ελλήνων στην ηπειρωτική Μικρά Ασία. Κατά και μετά τον 18ο αιώνα, με τη γενικότερη άνοδο και ακμή του Ελληνισμού, μεγάλος αριθμός Ελλήνων από το Αιγαίο και την Πελοπόννησο εγκαταστάθηκε στις αμέσως προσπελάσιμες ακτές του Αιγαίου και της Προποντίδας. 

Η εφαρμογή των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων δημιούργησε συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης στην οποία οι Έλληνες ήταν από τους κύριους συντελεστές. Οι νέες σιδηροδρομικές γραμμές προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας οδήγησαν πολλούς Έλληνες να εγκατασταθούν στις πόλεις κατά μήκος των ποταμών και των εύφορων κοιλάδων που οδηγούν στα εσωτερικά υψίπεδα της Μικράς Ασίας. 
Η Σμύρνη έπαιξε τον ρόλο της μητρόπολης στην εκρηκτική αυτή ανάπτυξη και τον ελληνικό εποικισμό, που συνέπεσε με τη δημιουργία του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους.
Οι κύριες συγκεντρώσεις ελληνικών πληθυσμών υπήρχαν στην Ιωνία, τη Σμύρνη και την περιοχή της, μέχρι τη Μαγνησία και τη Χερσόνησο της Ερυθραίας. Μια παράκτια ζώνη με ελληνικούς πληθυσμούς έφτανε στη σημαντική και ακμαία πόλη των Κυδωνιών στην Αιολίδα και συνέχιζε μέχρι την Τρωάδα. Ακολούθως, στη Λάμψακο και το Αδραμύττι, μετά τα Δαρδανέλλια στη Βιθυνία, όπου και το τουρκικό σαντζάκι των Πηγών (Μπίγκα), υπήρχαν συγκεντρώσεις κατά μήκος των ακτών ιδίως στη Χερσόνησο της Κυζίκου, τις πόλεις Πάνορμο και Αρτάκη, στην Κίο και τη Νικομήδεια και μέχρι την περιφέρεια της Προύσας και της Νίκαιας, όπου είχαν εγκατασταθεί ελληνικοί πληθυσμοί από το Αιγαίο και την Πελοπόννησο. 
Στην Προποντίδα, το παρά την Χερσόνησο της Κυζίκου αρχιπέλαγος του Μαρμαρά κατοικείτο κυρίως από ελληνικούς πληθυσμούς και δικαιολογούσε τον χαρακτηρισμό της Προποντίδας ως "θάλασσας της Ρωμηοσύνης".
Στις περιοχές του εσωτερικού της Φρυγίας και της Λυδίας υπήρχαν διάσπαρτοι οικισμοί που κατοικούσαν και Έλληνες, όπως και πόλεις, όπως το Αφιόν, η Κιουτάχεια και το Εσκί Σεχίρ.

Ανατολική Θράκη




  
Ξύλινο σπίτι στήν παλιά ἐνορία τῆς Πανα­γίας τῆς Φανερωμένης στή Ραιδεστό τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης φωτογραφημένο τό 1922 καί τό 1999.


  


Εἴσοδος κατοικίας σέ ὕφος art nοuveau στίς Σαράν­τα Ἐκκλησιές
τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης
(2001).



Τό Ἱερό Ὄρος στήν Ἀνατολική Θράκη παρά τήν ἀκτή τῆς Προποντίδας. Τό ὄρος Γάνος τῶν Βυζαντινῶν. Ἀκμαῖο μοναστικό κέντρο, ζωντανό μέχρι τό 1922 (2001).






Ἡ ἀρχαία σταυροπηγιακή μονή τῆς Παναγίας τῆς Σκαλωτῆς βόρεια τῆς Αἴνου στήν Ἀνατολική Θράκη. Ἱδρύθηκε τό 1054 ἀπό τόν Ἀλέξιο Κομνηνό Ἄγγελο. (Φωτογραφία Λαμπάκη τοῦ 1902 καί φωτογραφία τοῦ χώρου
ἀπό τό ΠΑΚΕΘΡΑ τό
2001).
 


Παλιές ἑλληνικές κατοικίες στό Ἀβδήμι τοῦ Ἱεροῦ Ὄρους (2001).



Ἡ Καλλίπολις στόν Ἑλλήσποντο περί τό 1900

 

Τά ἐρείπια τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Καλαφάτη παρά τή Χώρα τῶν Γανοχώρων στήν Ἀνατολική Θράκη (2001).
 
 
Ως κύριο τμήμα της ευρύτερης Θράκης και ως προαύλιο της Κωνσταντινούπολης η Ανατολική Θράκη κατοικείτο κατά πλειοψηφία από τους Έλληνες, που ήταν αστοί και χωρικοί. 

Οι ελληνικοί πληθυσμοί κατοικούσαν κυρίως στη θρακική ακτή της Προποντίδας, όπου και η αρχαία εμπορική πόλη της Ραιδεστού και τα 28 χωριά των Γανοχώρων πάνω και γύρω από το μοναστικό κέντρο του όρους Γάνος, καθώς και αριθμός μικρών πόλεων, όπως οι Επιβάτες, το Εξάστερο και η Σηλύβρια, οχυρό έρεισμα του ευρύτερου αμυντικού συστήματος της Κωνσταντινούπολης. Στον Κόλπο του Σάρου, στις ακτές του Αιγαίου πλέον, και μέχρι τις εκβολές του Έβρου, όπου και η αρχαία πόλη της Αίνου, κατοικούσαν κατά πλειοψηφία Έλληνες. Ελληνικοί πληθυσμοί κατοικούσαν στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, στις ακτές του Ευξείνου και στις περιφέρειες της Αδριανούπολης, των Σαράντα Εκκλησιών και των βουνών της Στράντζας. 
Ο υπόλοιπος πληθυσμός της Ανατολικής Θράκης, σχεδόν το μισό του συνολικού πληθυσμού, αποτελούσε ένα εθνοτικό αμάλγαμα από Τούρκους, Αλβανούς μουσουλμάνους, Βουλγάρους, Αρμένιους, Τσιγγάνους, Εβραίους και χριστιανούς Τούρκους (Γκαγκαούζους). 
Οι Έλληνες της Θρακικής χερσονήσου και του Ελλησπόντου κατοικούσαν εκτός από την Καλλίπολη σε αριθμό μικρών χωριών και κωμοπόλεων, όπως η Μάδυτος.

Η ιστορική Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της

 
Ἡ μεγάλη ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Τριάδας καί τό Ζάππειο ἐκπαιδευτήριο στό Ταξίμ τῆς Κωνσταντινούπολης περί τό 1900.


Ὁ πύργος τοῦ Χριστοῦ στό Πέραν τῆς Κων­σταν­τινούπολης, κέντρο ρωμαίικου μαχαλᾶ μέ ἀστικό χαρακτήρα (ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα).


Γιορτή τῶν Θεοφανείων στό Μπεμπέκι τοῦ Βοσπόρου κατά τή δεκαετία τοῦ 1950.


 
Ἐν σειρᾶ κατοικίες Ρωμηῶν στό Μεγάλο Ρεῦμα (Ἀρναούτκιοϊ) τοῦ Βοσπόρου (2004).


 
Ὁ δρόμος μέ τίς τράπεζες στόν Γαλατᾶ τῆς Κωνσταντινούπολης, κέντρο τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τῆς Αὐτοκρατορίας (1910).
 

 
Ὁ μαχαλᾶς τῆς Ψωμαθιᾶς παρά τά θαλάσ­σια τείχη τῆς Κωνσταντινούπολης (περίπου 1910).



Οἱ Βλαχέρνες τῆς Κωνσταντινούπολης περι­κλειόμενες ἀπό τά ἰσχυρά τείχη τῶν Κομνηνῶν (1895).


Ἡ Μεγάλη Ὁδός τοῦ Πέραν στήν Κωνσταντινούπολη τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἄξων καί βιτρίνα τοῦ εκδυτικισμοῦ καί τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατ­ορίας.


     Ἡ μεγάλη γέφυρα μεταξύ ἱστορικῆς Κωνσταντινούπολης καί Γαλατᾶ πού ἕνωνε στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα δύο διαφορετικούς κόσμους.


Στην Κωνσταντινούπολη συμβίωσαν Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί πάνω από πέντε αιώνες.

Η Κωνσταντινούπολη παραμένει το πολυπληθέστερο κέντρο του Νέου Ελληνισμού μέχρι το 1922, αλλά και η νοερή πρωτεύουσα του Ελληνισμού και το οικονομικό και το πνευματικό κέντρο του. Ειδικότερα, από την εποχή της Άλωσης, —αλλά και από τους χρόνους της πρώτης άλωσής της από τους Λατίνους (1204)—, η Κωνσταντινούπολη έλαβε διαστάσεις μυθικές και έγινε το κέντρο της Μεγάλης Ιδέας, μιας ιδεολογίας που απέβλεπε στη μελλοντική λύτρωση των υποδούλων και στην ανασύσταση της αρχαίας δόξας.

Παρά την εγκατάσταση Μουσουλμανικών πληθυσμών στην Κωνσταντινούπολη και την ανοικοδόμησή της ως ισλαμική μητρόπολη, οι Ρωμηοί εξακολουθούσαν να αποτελούν το δεύτερο πολυπληθέστερο εθνικό στοιχείο. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα δημιουργήθηκε μία πραγματικότητα, στην οποία η παρουσία των Ρωμηών έγινε πλέον πρωτεύουσα και καθοριστική σε σημαντικές περιοχές της Κωνσταντινούπολης, όπως ο Γαλατάς και ο Βόσπορος. 
Οι Ρωμηοί εργαζόταν ως εργάτες, ελεύθεροι επαγγελματίες και βιοτέχνες. Γνώριζαν γλώσσες που τους επέτρεπαν να κινούνται στο εμπόριο, το τραπεζικό σύστημα και τη βιομηχανία.

Οι Ρωμηοί κατοίκησαν στο Πέραν, στο Σταυροδρόμι, σε πολλές περιοχές του Γαλατά, στα Ταταύλα, στο Φερίκιοϊ και στο Χασκιοϊ παρά τον Κεράτιο. Στην κυρίως Κωνσταντινούπολη, οι Έλληνες κατοίκησαν στον Βαλατά, στο Φανάρι, στο Τζιβαλή και στις Βλαχέρνες, στη βορειοανατολική όχθη του Κεράτιου. Κατά μήκος των χερσαίων τειχών κατοικούσαν στο Εγρί Καπού, στο Εντιρνέ Καπού, στην Ξυλόπορτα, στο Σαλματομβρούκι και στα Εξ Μαρμαρά. Κατά μήκος των θαλάσσιων τειχών στην Προποντίδα κατοικούσαν στο Κοντόσκαλι, στην Υψωμαθειά, στη Βλάγκα και στο Επταπύργιο. Επίσης, οι Έλληνες κατοικούσαν στους σταθμούς των σιδηροδρόμων, Μακρυχώρι, Φλώριο και Άγιο Στέφανο.
Στην Ασία οι Έλληνες κατοίκησαν στη Χαλκηδόνα (Καντίκιοϊ), στο Μόδι και το Χαϊδάρ Πασά και κατά μήκος των σταθμών του ασιατικού σιδηροδρόμου μέχρι το Παντείχι. Στη Χρυσούπολη (Σκούταρι), στη Χρυσοκέραμο (Κουσγουντζούκι), στο Τσεγκέλκιοϊ, στο Κανδυλλί, στο Βόσπορο. 
Στην Ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου κατοίκησαν στο Διπλοκιόνιο (Μπεσίκτας), στο Μεσάχωρον (Ορτακιοϊ), στην Ξηροκρήνη (Κουρουτσεσμέ), στο Μεγάλο Ρεύμα (Αρναουτκιόϊ), στο Μπεμπέκι, στο Βαφεοχώρι (Μπογατζήκιοϊ), στο Σωσθένιο (Στενή), στο Νεοχώρι, στα Θεραπειά, στο Βαθυρρύακα (Μπουγιούκ Ντερέ). Τέλος, οι Έλληνες κατοίκησαν στα Πριγκιπόννησα (Πρώτη, Αντιγόνη, Χάλκη, Πρίγκιπος).
Πλήθος από χωριά περί την Κωνσταντινούπολη κατοικούνταν από ελληνικούς πληθυσμούς και κυρίως αυτά της θρακικής περιφέρειας Δέρκων.
Το 1912 λειτουργούσαν στην περιφέρεια της Κωνσταντινούπολης 105 σχολεία με 15.000 μαθητές. Την ίδια εποχή οι Σύλλογοι ανέρχονταν σε πολλές εκατοντάδες.

Γεωγραφική επισκόπηση

Οι ελληνικοί πληθυσμοί της καθ' ημάς Ανατολής βρισκόταν κατεσπαρμένοι σε μία τεράστια έκταση. Είναι εμφανής η προτίμηση των Ελλήνων για εγκατάσταση σε χώρους προσπελάσιμους από τη θάλασσα, με εξαίρεση βέβαια, την Κεντρική Μικρά Ασία (Καππαδοκία) και περιοχές όπου οι πληθυσμοί είχαν αναγκασθεί να καταφύγουν στα ορεινά, όπως στην κυρίως Ελλάδα, στην Ανατολική Θράκη και στον Πόντο. Οι ελληνικοί πληθυσμοί κατοικούσαν σε γεωγραφικά στενές περιοχές, πράγμα που οδήγησε στις εθνικές εκκαθαρίσεις και ανταλλαγές πληθυσμών με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία εθνικών κρατών.

Οι Έλληνες στην Ανατολή πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή



Κάποιο κυριακάτικο πρωινό στήν παραλία τῆς νήσου Πριγκήπου, τό μεγαλύτερο ἀπό τά Πριγκηπόν­νη­σα. Εἶναι ἐμφανής ἡ ἀστική σύνθε­ση τοῦ πληθυσμοῦ ὁ ὁποῖος ἀποτε­λεται ἀπό Ρωμηούς. Ρωμηοί ἦταν κατά μεγάλο ποσοστό οἱ ἀστοί τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας κατά τήν τελευταία ἱστορική της φάση. Ἐλεύθερα κυματίζει ἡ σημαία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους πρός τό ὁποῖο προσβλέπουν οἱ Ρωμηοί. Οἱ πινα­κίδες τῶν καταστημάτων ἀνάμει­κτες στά Ἑλληνικά καί τά Γαλλι­κά. Ἡ εἰκόνα θυμίζει τήν εὐρωπαϊ­κή μπέλ ἐπόκ, μιά ἐποχή ξέγνοια­στης ἀπόλαυσης τῶν ἀγαθῶν τῆς ἀστικῆς ζωῆς. (Φωτογραφία τοῦ 1898).

Ἀναφερόμαστε σέ Ἕλληνες καί Ρωμηούς, παρ΄ ὅλο πού εἶναι ὀνομασίες ταυτόσημες. Εἶναι, ὅμως, ἀπαραίτητες γιά νά δηλώ­σουν ἱστορικές καί γεωγραφικές πραγματικότητες. Τό Ἑλληνικό Ἔθνος εἶναι πολυώνυμο, ὡς ἀπο­τέλεσμα μακραίωνης ἱστορικῆς πορείας καί μεγάλου πολιτισμικοῦ δυναμισμοῦ.

Οἱ Ρωμαίικοι πληθυσμοί στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία ἀποτε­λοῦνταν ἀπό συγκεντρώσεις στή Θράκη, τή Βιθυνία, τίς ἀκτές τοῦ Αἰγαίου, τήν κεντρική Μικρά Ἀσία καί τήν ἐκτεταμένη περιοχή τοῦ Πόντου. Διάσπαρτες κοινό­τητες Ἑλλήνων ὑπῆρχαν σέ ὅλη τήν ἔκταση τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Οἱ μελέτες τοῦ Κέντρου Μικρασια­τικῶν Σπουδῶν ἐντόπισαν στή Μικρά Ἀσία 2.174 οἰκισμούς ὅπου κατοικοῦσαν Ρωμηοί. Ὁ χάρτης τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, τόν ὁποῖο μετά ἀπό ἐπιτόπια ἔρευνα ἐξέδωσε τό ΠΑΚΕΘΡΑ τό 2001, περιέχει 320 οἰκισμούς τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης μέ ρωμαίικο πληθυσμό.

Σύμφωνα μέ τήν ὀθωμανική ἀπογραφή τοῦ 1914, συνολικός πληθυσμός τῶν Ρωμηών στή Μι­κρά Ἀσία καί τήν Ἀνατολική Θράκη ἀνέρχονταν σέ 1.814.421 ἄτομα (δηλαδή ἀντιπροσώπευαν τό 11% τοῦ συνολικοῦ πληθυ­σμοῦ). Ἡ Πατριαρχική ἀπογραφή τοῦ 1912, καταμέτρησε στή Μικρά Ἀσία καί τήν Ἀνατολική Θράκη 2.068.402 Ρωμηούς (δηλαδή ἀντι­προσώπευαν τό 13% τοῦ συνο­λικοῦ πληθυσμοῦ).
Τά ὑπάρχοντα στοιχεῖα συγ­κλίνουν στό συμπέρασμα ὅτι ὁ Ἀνατολικός Ἑλληνισμός ἀποτε­λοῦσε σημαντικό τμῆμα τοῦ πλη­θυσμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρα­τορίας, μέ ὑψηλή μορφωτική καί οἰκονομική στάθμη. Σέ ὁρισμένες περιοχές τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, στήν Κωνσταντινούπολη, τή Δυτι­κή Μικρά Ἀσία καί τόν Πόντο, οἱ Ἕλληνες κυριαρχοῦσαν.








 
Ἀδριανούπολη 25.3.1922. Τά σχολεῖα τῆς Ἀδριανούπολης ἑτοιμάζονται γιά τήν παρέλαση. Γιορτάζεται μέ ἰδιαίτερη μεγαλοπρέπεια ἡ Ἑκατονταετηρίδα τῆς ἐθνικῆς ἐπανά­στασης, ἀφοῦ ὁ ἑορτασμός δέν ἔγινε τήν προηγούμενη χρονιά.
Ἀρχαιότατη καί σπουδαία εἶναι ἡ Ἀδριανούπολη, μεσόγεια πόλη τῆς Θράκης καί κέντρο ἑλληνισμοῦ. Τό 1907 ἀναφέρονται στό βιλαέτι τῆς Ἀδριανούπολης 97 ἑλληνικά σχολεῖα μέ 9.150 μαθητές.


Οι ελληνικοί πληθυσμοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν οργανωμένοι σε κοινότητες, σύμφωνα με την οθωμανική πρακτική του Μιλλέτ, που αποτελούσε το θρησκευτικό έθνος. Κεφαλή του ορθόδοξου μιλλέτ, ήταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο είχε πλέον ρόλο όχι μόνο πνευματικό, αλλά και κοινωνικό και διοικητικό. Το ορθόδοξο μιλλέτ, το σημαντικότερο και πολυπληθέστερο, περιλάμβανε τους Έλληνες, τους Σέρβους, τους Βουλγάρους, τους Ρουμάνους, τους Βλάχους, τους Αλβανούς και τους Άραβες ορθόδοξους. Οι Έλληνες αποτελούσαν το πιο δραστήριο και μάλλον το πολυπληθέστερο τμήμα του. Οι Τούρκοι, λαός νομαδικός και πολεμικός, δεν διέθεταν διοικητικούς μηχανισμούς για τον έλεγχο και την διαχείριση των κατακτημένων λαών και εδαφών. Ωστόσο, επέδειξαν μεγάλες διοικητικές και διαχειριστικές ικανότητες. Ανέθεσαν τη διοίκηση των κατακτημένων λαών στους ίδιους, ενώ εκείνοι ως κατακτητές απολάμβαναν παρασιτικά ένα εισόδημα, που πραγματοποιούσαν με σκληρή φορολογία. Για να διευκολύνουν τη συλλογή των φόρων ανέχθηκαν τις κοινότητες και τις συντεχνείες των Ρωμηών. 
Ο θεσμός των κοινοτήτων ανάγεται στους μεσοβυζαντινούς χρόνους. Οι κοινότητες ήταν συσπειρωμένες γύρω από την Εκκλησία. Πρόκειται για ένα επιτυχές πολιτικό σύστημα. Η μακραίωνη πολιτική παράδοση του Ελληνισμού συνδυάζεται με την εκκλησιαστική ευχαριστιακή σύναξη μέσα στην εμπειρία του κοινοτικού συστήματος. Παράλληλα, οι Ρωμηοί επαγγελματίες οργανώνονταν σε συντεχνίες. Οι συντεχνίες ήταν στενοί σύνδεσμοι ομοτέχνων και είναι συνέχεια της ανάλογης βυζαντινής πρακτικής.
Τούς πρώτους τρομερούς αιώνες μετά την τουρκική κατάκτηση ακολούθησε η ανασύνταξη των ελληνικών πληθυσμών. Με τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή και με τις προσπάθειες για εκσυγχρονισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εμφανίζονται συνθήκες που επιτρέπουν τη δημιουργία μίας ρωμαίικης εμπορευματικής τάξης και την ανάπτυξη της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας. Με τις οθωμανικές μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, στα μέσα του 19ου αιώνα, οι Ρωμηοί ανέρχονται και γίνονται σημαντικό τμήμα της αστικής τάξης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παράλληλα, οι δημογραφικές συνθήκες στο Αιγαίο και την ηπειρωτική Ελλάδα βοηθούν τη μετανάστευση ελληνικών πληθυσμών προς τη Μικρά Ασία. Οι αυτόχθονες κοινότητες των Ρωμηών πληθαίνουν και νέες κοινότητες σχηματίζονται. Δημιουργείται μία κατάσταση, κατά την οποία οι ρωμαίικοι πληθυσμοί διαθέτουν οικονομική ισχύ δυσανάλογη προς τους αριθμούς τους και αποτελούν την οικονομική και πολιτιστική πρωτοπορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παρά το ότι είναι πολιτικά υποταγμένοι. Κάποια στιγμή φαίνεται ότι τα πράγματα οδηγούν ξανά στο παλιό όνειρο των Φαναριωτών για εξελληνισμό της Αυτοκρατορίας,— η πραγματοποίηση του οποίου είχε ματαιωθεί από την αντίδραση των Τούρκων στην Ελληνική Επανάσταση. Όχι χωρίς κάποια υπερβολή ο Άρνολντ Τοϋνμπη πίστευε ότι "κάνοντας μία επανάσταση οι Έλληνες έχασαν μία αυτοκρατορία".
Το κοσμοπολίτικο Πέραν της Κωνσταντινούπολης δεν γίνεται μόνο ο καθρέπτης του εκδυτικισμού της Αυτοκρατορίας, αλλά και το κέντρο της δράσης και της κυριαρχίας μιας ρωμαίικης κεφαλαιουχικής και εμπορευματικής τάξης. Η Κωνσταντινούπολη, η σπουδαιότερη ελληνική πόλη για πολλούς αιώνες, κρατούσε σταθερά το ρόλο της ως νοερή πρωτεύουσα των Ελλήνων. Στις αρχές του 20ου αιώνα, από τα 2.000.000 των Ελλήνων της Ανατολής κατοικούσαν στην Κωνσταντινούπολη περί τους 300.000 και στη Σμύρνη, ακμαίο οικονομικό και εμπορικό κέντρο, κατοικούσαν 200.000 Έλληνες. Στην πρωτεύουσα του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους κατοικούσαν λιγότεροι Έλληνες από όσους κατοικούσαν στην Κωνσταντινούπολη ή στη Σμύρνη.
Οι ελληνικές κοινότητες ελέγχουν, πριν το 1922, το 50% του κεφαλαίου του επενδεδυμένου στη βιομηχανία της Αυτοκρατορίας, το 60% των θέσεων εργασίας στους μεταποιητικούς κλάδους. Κυριαρχούν απόλυτα στο εισαγωγικό και το εξαγωγικό εμπόριο. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το 1914 το 46% από τους ιδιοκτήτες τραπεζών και τραπεζίτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν Ρωμηοί. Την ίδια χρονιά, από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες της Αυτοκρατορίας, το 49% ανήκε σε Ρωμηούς. Το 1912, από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Αυτοκρατορίας, το 43% βρισκόταν σε ελληνικά χέρια, το 23% ανήκε σε Αρμένιους, το 15% σε Μουσουλμάνους και το υπόλοιπο σε άλλους. Το 1914 πάλι, Έλληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμηοί μαθητές αντιπροσωπεύουν σε απόλυτους αριθμούς το διπλάσιο σχεδόν των Μουσουλμάνων μαθητών σε όλη την Αυτοκρατορία. Την ίδια εποχή οι ελληνίδες, σε αντίθεση προς τις μουσουλμάνες της Αυτοκρατορίας, εργάζονταν μαζικά στη βιομηχανία, την ταπητουργία και την παραγωγή τροφίμων. Η ελληνική γλώσσα είχε γίνει η γλώσσα των εμπόρων και της καλής κοινωνίας, σε βαθμό που σημαντικό ποσοστό Ρωμηών αγνοούσε την τουρκική.
Σπουδαία ήταν η θέση της ελληνικής ναυτιλίας, κατά τα μέσα του 19ου αιώνα. Θέση, η οποία μετά από κάποια κάμψη μετά την εισαγωγή του ατμού στη ναυπήγηση των πλοίων, ανέκαμψε όταν οι Έλληνες πλοιοκτήτες αγόρασαν και μετέφεραν στην Ανατολική Μεσόγειο τα παλιά αγγλικά ατμόπλοια.
Η πιο σπουδαία δραστηριότητα των κοινοτήτων, η Παιδεία, η οποία ήταν ένα από τα προνόμια της Μεγάλης Εκκλησίας, πραγματώνεται κατά τον 19° αιώνα με τους συλλόγους. Η ιστορία των συλλόγων των Ελλήνων της Ανατολής αρχίζει με την ίδρυση του "Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως" το 1861, ο οποίος, αμέσως ανέπτυξε λαμπρή δράση ως οργανωτής της εκπαίδευσης του αλύτρωτου Ελληνισμού. Γρήγορα, παρόμοιοι σύλλογοι ιδρύθηκαν σε όλη την Ανατολή. Τελείως πρόσφατα, η έρευνα εντόπισε και καταλογογράφησε χιλιάδες συλλόγους σε όλη τη Μικρά Ασία και τη Θράκη. Οι σκοποί των συλλόγων απέβλεπαν στη μόρφωση της νεολαίας και δευτερευόντως των ενηλίκων, φιλοδοξώντας στην ανάδειξη και τόνωση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας.