Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

Δυτική και βορειοδυτική Μικρά Ασία

Ἡ Τρίγλεια τῆς Βιθυνίας μέ τό καθολικό τῆς βυζαντινῆς μονῆς Χηνολάκου
(Ἁγίου Στεφάνου), σήμερα τέμενος (1998). Ἡ Τρίγλεια ἀποτελοῦσε οἰκισμό
μέ ἀμιγῶς ἑλληνικό πληθυσμό στό μέσο μιᾶς περιοχῆς κατάσπαρτης,
ἀπό βυζαντινά ὑπολείματα καί μοναστήρια.
Σήμερα ὁ οἰκισμός τῆς Τρίγλειας σώζεται σχεδόν ἄθικτος.


Ἡ ἑλληνική συνοικία τῆς ἀρχαίας πόλης τῆς Νικομήδειας (Ἰζμίτ) στή Βιθυνία περί τό 1900. Ἡ Νικομήδεια βρίσκεται στό μυχό τοῦ Ἀστακηνοῦ Κόλπου τῆς Προποντίδας.



Ὄψη τοῦ Ἀφιόν Καραχισάρ (Ἀκρόινος) τῆς Φρυγίας, ὅπου κατοικοῦσαν λίγοι Ρωμηοί (1921). Χαρακτηριστικός εἶναι ὁ μαῦρος βράχος πού δεσπόζει στην πόλη.



Τά βυζαντινά τείχη τῆς ἀρχαίας καί ἔνδοξης πολιτείας τῆς Νίκαιας τῆς Βιθυνίας (1920). Ἡ Νίκαια ἦταν τό κέντρο τῆς βυζαντινῆς ἀναγέν­νησης μετά τήν ὑποταγή τῆς Αὐτοκρατορίας στούς Λατίνους τό 1204 καί ἡ ἕδρα τῆς σέ ἐξορία εὑρισκόμενης Βυζαντινῆς Αὐτοκρα­τορίας καί τῆς δυναστείας τῶν Λασκαριδῶν.



Ἡ ἑλληνική συνοικία τῆς Κιουτάχειας (Κοτύαιον) τῆς Φρυγίας, ἀρχαίας πόλης σέ εὔφορη πεδιάδα, συγκοινωνιακό κόμβο καί κέντρο ἐγκατάστασης ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ (1920).



Νεοκλασικό ρόπτρο σέ κατοικία τῶν Κυδωνιῶν (Ἀϊβαλί) τό  2004. Μικρό δεῖγμα τῆς αἴγλης καί τῆς ἐπιρροῆς τοῦ νεοκλασικισμοῦ, στοιχείου πού γοήτευε τούς ἀλύτρωτους Ρωμηούς.



Ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στίς Κυδωνίες (Ἀϊβαλί) τῆς Αἰολίδος (2004). Οἱ Κυδωνίες ἦταν ἡ μοναδική ἀμιγῶς ἑλληνική πόλη στήν Μικρά Ἀσία. Ἡ ἀνάπτυξή της ἔλαβε χώρα κατά τόν 18ο αἰῶνα, ἐποχή ἀναγέννησης τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ. Τότε ἡ πόλη ἐξασφάλισε προνόμια αὐτονομίας. Διέθετε βιβλιοθήκη, ὀρφανοτροφεῖο, νοσοκομεῖο, τυπογραφεῖα καί σχολεῖα, μεταξύ τῶν ὁποίων τήν ξακουστή "Ἀκαδημία τῶν Κυδωνιῶν". Τό 1821 οἱ 30.000 κάτοικοί της τήν ἐγκατέλειψαν. Τό 1915 οἱ 35.000 κάτοικοί της ἐκτοπίστηκαν.








Ἀστική ἔπαυλη στό Κορδελιό τῆς Σμύρνης περί τό 1900.


Ἄποψη τῆς Σμύρνης μέ τήν Ἁγία Φωτεινή ἀριστερά (περί τό 1900).




 
Δύο ὄψεις τῆς παραλίας τῆς Σμύρνης περί τό 1900. Ἡ παραλία εἶχε πολλές μορφές: ἦταν ἡ παραλία τοῦ μεγάλου λιμανιοῦ τῆς Σμύρ­νης, ὅπου κατέληγαν τά ἐμπορεύματα πού ἐξήγοντο ἀπό τή Μικρά Ἀσία καί ὅπου κατέφ­θαναν τά βιομηχανικά προϊόντα τῆς Δύσης, ἦταν ἐπίσης ἕνας ζωντανός δημόσιος χῶρος, ὅπου οἱ κάτοικοι τῆς Σμύρνης πραγματο­ποιοῦσαν μεγάλο μέρος ἀπό τίς κοινωνικές τους δραστηριότητες. Ὥς δημόσιος χῶρος ἡ παραλία ἦταν μία ἐκφραση τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλης καί δικαιολογοῦσε τόν χαρακτηρισμό της ἀπό τούς μουσουλμάνους ὡς "ἄπιστης Σμύρνης".
Ἡ Σμύρνη, ἀρχαιότατη πόλη στήν δυτική ἀκτή τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, εἶχε πάντα αἰγαιϊκό χαρακτήρα. Κατά τήν ἑλληνιστική ἐποχή ἦταν μία μεγαλούπολη.
Κατά τήν ἀναγεννητική προσπάθεια γιά ἀνόρθωση τῆς Μικρᾶς Ἀσίας οἱ Λασκαρίδες τῆς Αὐτοκρατορίας τῆς Νίκαιας ἐπεφύλαξαν κατά τόν 13ο αἰῶνα ἰδιαίτερη φροντίδα στήν περιφέρεια τῆς Σμύρνης. Ὁ Ταμερλᾶνος τήν κατέστρεψε σφάζοντας ὅλους τούς κατοίκους. Τήν ἴδια μοίρα εἶχαν οἱ χριστιανοί κάτοικοί της μετά τίς ἐπανάστασεις τοῦ 1770 καί του 1821.
Στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα εἶχε ἐξελιχθεῖ σέ κέντρο ἐμπορίου καί σέ ἐμπορική, οἰκονομική καί πνευματική πύλη τῆς Ἀνατολῆς. Ἦταν βασικός κόμβος γιά τή σχέση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας μέ τή Δύση. Πιο παλιά, τά καραβάνια ἀπό τή Βαγδάτη καί τό Ἰράν κατέληγαν στή Σμύρνη. Ἡ οἰκονομική διείσδυση τῶν Δυτικῶν ἀπέφερε μεγάλο πλοῦτο. Ἡ πόλη ἀπέκτησε δύο σιδηροδρομικές γραμμές πρός τή Μικρά Ἀσία. Οἱ ἀστοί χριστιανοί (Ρωμηοί καί Λεβαντίνοι) κατοι­κοῦσαν στήν Κάτω Πόλη, ἕνα κόσμο διαφο­ρετικό ἀπό αὐτόν τῆς μουσουλμανικῆς Ἄνω Πόλης. Μέ τήν ὑπογραφή τῆς Συνθήκης τῶν Σεβρῶν (26.7.1920) ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐπεδίωξε τή δημιουργία μιᾶς ἀσιατικῆς Ἑλλάδας μέ κέντρο τή Σμύρνη, γύρω ἀπό τήν ὁποία θά συσπειρώνονταν οἱ ρωμαίικοι πληθυσμοί τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ βενιζελική γεωπολιτική ἀπέβλεπε στή γεφύρωση τοῦ Αἰγαίου καί τή δημιουργία ἑνός ἑνιαίου χώρου, ὁ ὁποῖος μελλον­τικά θά ἐνσωμάτωνε τή Θράκη καί τήν Προποντίδα.


Οι ακτές της Μικράς Ασίας στο Αιγαίο και η περιφέρεια της Προύσας στη Βιθυνία περιελάμβαναν το μεγαλύτερο αριθμό Ελλήνων στην ηπειρωτική Μικρά Ασία. Κατά και μετά τον 18ο αιώνα, με τη γενικότερη άνοδο και ακμή του Ελληνισμού, μεγάλος αριθμός Ελλήνων από το Αιγαίο και την Πελοπόννησο εγκαταστάθηκε στις αμέσως προσπελάσιμες ακτές του Αιγαίου και της Προποντίδας. 

Η εφαρμογή των οθωμανικών μεταρρυθμίσεων δημιούργησε συνθήκες οικονομικής ανάπτυξης στην οποία οι Έλληνες ήταν από τους κύριους συντελεστές. Οι νέες σιδηροδρομικές γραμμές προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας οδήγησαν πολλούς Έλληνες να εγκατασταθούν στις πόλεις κατά μήκος των ποταμών και των εύφορων κοιλάδων που οδηγούν στα εσωτερικά υψίπεδα της Μικράς Ασίας. 
Η Σμύρνη έπαιξε τον ρόλο της μητρόπολης στην εκρηκτική αυτή ανάπτυξη και τον ελληνικό εποικισμό, που συνέπεσε με τη δημιουργία του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους.
Οι κύριες συγκεντρώσεις ελληνικών πληθυσμών υπήρχαν στην Ιωνία, τη Σμύρνη και την περιοχή της, μέχρι τη Μαγνησία και τη Χερσόνησο της Ερυθραίας. Μια παράκτια ζώνη με ελληνικούς πληθυσμούς έφτανε στη σημαντική και ακμαία πόλη των Κυδωνιών στην Αιολίδα και συνέχιζε μέχρι την Τρωάδα. Ακολούθως, στη Λάμψακο και το Αδραμύττι, μετά τα Δαρδανέλλια στη Βιθυνία, όπου και το τουρκικό σαντζάκι των Πηγών (Μπίγκα), υπήρχαν συγκεντρώσεις κατά μήκος των ακτών ιδίως στη Χερσόνησο της Κυζίκου, τις πόλεις Πάνορμο και Αρτάκη, στην Κίο και τη Νικομήδεια και μέχρι την περιφέρεια της Προύσας και της Νίκαιας, όπου είχαν εγκατασταθεί ελληνικοί πληθυσμοί από το Αιγαίο και την Πελοπόννησο. 
Στην Προποντίδα, το παρά την Χερσόνησο της Κυζίκου αρχιπέλαγος του Μαρμαρά κατοικείτο κυρίως από ελληνικούς πληθυσμούς και δικαιολογούσε τον χαρακτηρισμό της Προποντίδας ως "θάλασσας της Ρωμηοσύνης".
Στις περιοχές του εσωτερικού της Φρυγίας και της Λυδίας υπήρχαν διάσπαρτοι οικισμοί που κατοικούσαν και Έλληνες, όπως και πόλεις, όπως το Αφιόν, η Κιουτάχεια και το Εσκί Σεχίρ.

1 σχόλιο:

  1. Η ιστορική παρουσία των Ελλήνων στη Δυτική Μικρά Ασία αρχίζει με τον πρώτο ελληνικό εποικισμό τον 8ο αιωνα π.Χ. Είναι μάλιστα έντονη η ανησυχία του ελληνικου κόσμου για την ασφάλεια των ανατολικών Ελλήνων. Εκτός από αφορμή για την ελληνοπερσική σύγκρουση, είναι χαρακτηριστική η φροντίδα των νικητων της μάχης της Μυκάλης, απέναντι από τή Σάμο, το 479 π.Χ. όταν οι συνασπισμένοι στόλοι όλων των ελληνικών πόλεων αποβίβασαν οπλίτες στην Ἀσία και σε πεζομαχία συνέτριψαν τους Πέρσες. Στην ίδια μάχη οι Έλληνες της Ιωνίας εγκατέλειψαν τους Πέρσες, με τους οποίους είχαν υποχρεωθεῖ να συστρατεύσουν. Την επαύριο της μάχης σε σύσκεψη στη Σάμο, οι Σπαρτιάτες πρότειναν τη μεταφορά των Ελλήνων της Ανατολής στην Ευρώπη. Η πρόταση αυτή συνάντησε τή σθεναρή άρνηση των Αθηναίων, που θεώρησαν αδιανόητη μία τέτοια λύση, και απορρίφθηκε (Διόδωρος Σικελιώτης xi37, Ηρόδοτος ix108). Η τραγική κατάληξη του προβλήματος ήρθε το 1922.

    ΑπάντησηΔιαγραφή